Μετάβαση στο περιεχόμενο

αυτοκίνητο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αυτοκίνητο τα αυτοκίνητα
      γενική του αυτοκινήτου
& αυτοκίνητου
των αυτοκινήτων
    αιτιατική το αυτοκίνητο τα αυτοκίνητα
     κλητική αυτοκίνητο αυτοκίνητα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
αυτοκίνητα σε δρόμο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

αυτοκίνητο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αὐτοκίνητον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αὐτοκίνητος (που κινείται μόνος του), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική automobile (με πρώτη γραπτή εμφάνιση ως ουσιαστικό το 1890)[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /af.toˈci.ni.to/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αυτοκίνητο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αυτοκίνητο ουδέτερο

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αυτοκίνητο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. αυτοκίνητο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)