αυτοκινητάμαξα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ντιζελοκίνητη αυτοκινητάμαξα στην Καλαμπάκα, με φόντο τα Μετέωρα
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοκινητάμαξα αυτοκινητάμαξες
γενική αυτοκινητάμαξας αυτοκινηταμαξών
αιτιατική αυτοκινητάμαξα αυτοκινητάμαξες
κλητική αυτοκινητάμαξα αυτοκινητάμαξες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. αυτοκινητάμαξα < καθαρεύουσα αυτοκίνητος + άμαξα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική automotrice)
  2. αυτοκινητάμαξα < αυτοκίνητο + άμαξα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοκινητάμαξα θηλυκό

  1. αυτοκινούμενο επιβατικό σιδηροδρομικό όχημα, βαγόνι τρένου που διαθέτει δική του μηχανή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: οτομοτρίς / ωτομοτρίς
  2. αυτοκινητοφόρο φορτηγό, καθώς και τα ρυμουλκούμενα από τράκτορα οχήματα φόρτωσης και μεταφοράς αυτοκινήτων

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]