φόντο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φόντο φόντα
γενική φόντου φόντων
αιτιατική φόντο φόντα
κλητική φόντο φόντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φόντο < από την ιταλική λέξη fondο (υπόβαθρο, φόντο, χρηματοδότηση)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φόντο ουδέτερο

  1. αυτό που περιβάλλει, που βρίσκεται συνήθως στο βάθος ή στον περίγυρο ενός κεντρικού θέματος (στη φωτογραφία, τη ζωγραφική κ.α.)
    Ζωγράφισε ένα βάζο με κόκκινα τριαντάφυλλα, σε γκρίζο φόντο
    Έστησαν το άγαλμα (ή κάποιους για φωτογράφιση) έτσι ώστε να έχει/έχουν φόντο τον Παρθενώνα
    ...με φόντο τον Παρθενώνα
  2. (μεταφορικά) το περιβάλλον, ο περίγυρος σε ένα κοινωνικό θέμα
    το φόντο σε όλες τις ταινίες/βιβλία του είναι συνήθως ο πόλεμος ή κάποια άλλη ακραία κατάσταση
  3. για τα φόντα, ίδιας ετυμολογίας, μπορείτε να δείτε τη λέξη φόντα

32πχ Μεταφράσεις[]