άμαξα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άμαξα άμαξες
γενική άμαξας αμαξών
αιτιατική άμαξα άμαξες
κλητική άμαξα άμαξες
η γενική και αμάξης

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άμαξα < αρχαία ελληνική ἅμαξα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.ma.ksa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άμαξα θηλυκό

  1. όχημα με τροχούς που έλκεται συνήθως από άλογο
    συνώνυμα: αμάξι, καρότσα
  2. όχημα ως τμήμα μιας αμαξοστοιχίας
    συνώνυμα: βαγόνι
  3. (αστερισμός) η Μεγάλη Άρκτος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]