προσβάλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσβάλλω
(όροι ασθένειας και αμφισβήτησης) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική attaquer
(όρος λεκτικής επίθεσης) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική offenser[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾoˈzva.lo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προ‐σβάλ‐λω

Ρήμα[επεξεργασία]

προσβάλλω, παθ.φωνή: προσβάλλομαι, παθ. μτχ.: προσβεβλημένος

  1. επιτίθεμαι
    • (για ασθένειες ή μικροργανισμούς που τις προκαλούν)
      νέο βακτήριο προσβάλλει τα εσπεριδοειδή
  2. επιτίθεμαι λεκτικά σε κάποιον, τον εξυβρίζω ή τον υποτιμώ ή κάνω κάτι και τον θίγω
    οι χαρακτηρισμοί αυτοί με προσβάλλουν, θίγουν την τιμή και την αξιοπρέπειά μου
  3. αμφισβητώ τη νομιμότητα ή την εγκυρότητα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]