προσβάλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσβάλλω < αρχαία ελληνική προσβάλλω < πρός + βάλλω

Ρήμα[επεξεργασία]

προσβάλλω, παθ.φωνή: προσβάλλομαι, παθ. μτχ.: προσβεβλημένος

  1. επιτίθεμαι
    • (για ασθένειες ή μικροργανισμούς που τις προκαλούν)
      νέο βακτήριο προσβάλλει τα εσπεριδοειδή
  2. επιτίθεμαι λεκτικά σε κάποιον, τον εξυβρίζω ή τον υποτιμώ ή κάνω κάτι και τον θίγω
    οι χαρακτηρισμοί αυτοί με προσβάλλουν, θίγουν την τιμή και την αξιοπρέπειά μου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]