αμφισβητώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμφισβητώ < αρχαία ελληνική ἀμφισβητέω / ἀμφισβητῶ < ἀμφίς / ἀμφί + βαίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /am.fi.svi.ˈtɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αμφισβητώ (παθητική φωνή: αμφισβητούμαι)

  1. δεν παραδέχομαι ή δεν αποδέχομαι κάποιον ισχυρισμό ή ότι κάτι που αναφέρθηκε έγινε πραγματικά
  2. εκφράζω αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις για την εγκυρότητα ή την ισχύ κάποιας δημόσιας αρχής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]