question
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| question | questions |
question (en)
- η ερώτηση, το ερώτημα, η απορία
I am asking someone a question.
- Κάνω μια ερώτηση σε κάποιον.
a trick/leading question - παραπειστική ερώτηση
The question remained unanswered.
- H ερώτηση/Το ερώτημα έμεινε χωρίς απάντηση.
a written/oral question - γραπτό/προφορικό ερώτημα
To find answers to his questions, he kept reading.
- Για να λύσει τις απορίες του όλο διάβαζε.
I have some questions.
- Έχω μερικές απορίες.
- η υπόθεση, το θέμα, το ζήτημα που πρέπει να συζητηθεί ή να αντιμετωπιστεί
The question is that…
- Η υπόθεση είναι ότι…
That's a difficult question!
- Δύσκολη υπόθεση!
It’s a question of 20 euros.
- Είναι θέμα 20 ευρώ.
In the end it’s a question of what you want to do.
- Τελικά είναι θέμα του τι θέλεις.
It’s a question of time and money.
- Είναι θέμα/ζήτημα χρόνου και χρημάτων.
That is the whole question!
- Αυτό είναι ακριβώς το θέμα!
That is another question altogether.
- Αυτό είναι εντελώς άλλο θέμα.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη matter
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | question |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | questions |
| αόριστος | questioned |
| παθητική μετοχή | questioned |
| ενεργητική μετοχή | questioning |
question (en)
- (συνήθως στην παθητική φωνή) ανακρίνω, ρωτάω, εξετάζω, κάνω ερωτήσεις σε κάποιον σχετικά με κάτι, ειδικά επίσημα
The men were questioned by immigration officials.
- Οι άνδρες ανακρίθηκαν από αξιωματούχους ελέγχου διαβατηρίων.
She was arrested and questioned about the fire.
- Συνελήφθη και ανακρίθηκε για την πυρκαγιά.
Over half of those questioned said they rarely did any exercise.
- Πάνω από τους μισούς από όσους ερωτήθηκαν είπαν ότι σπάνια έκαναν γυμναστική.
”What’s wrong?” she questioned.
- «Τι συμβαίνει;» ρώτησε.
The students were questioned on the books they had been studying.
- Οι μαθητές εξετάστηκαν στα βιβλία που μελετούσαν.
- ≈ συνώνυμα: examine, grill, interrogate και interview
- αμφισβητώ, αναρωτιέμαι, έχω ή εκφράζω αμφιβολίες για κάτι
I just accepted what he told me. I never thought to question it.
- Απλώς αποδέχτηκα ό,τι μου είπε. Δεν σκέφτηκα ποτέ να το αμφισβητήσω.
No one has ever questioned her judgement.
- Κανείς δεν έχει ποτέ αμφισβητήσει την κρίση της.
I seriously question his ability to do his job.
- Αμφισβητώ σοβαρά την ικανότητά του να κάνει τη δουλειά του.
He questioned whether the accident was solely the truck driver’s fault.
- Αμφισβήτησε αν το ατύχημα ήταν αποκλειστικά ευθύνη του οδηγού του φορτηγού.
At times I question the wisdom of that decision.
- Κάποιες φορές αναρωτιέμαι αν ήταν σοφή απόφαση.
- ≈ συνώνυμα: doubt
Πηγές
[επεξεργασία]- question (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- question (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 338, 353, 370, 918. ISBN 9780194325684., λήμμα: ερώτηση, ζήτημα, θέμα, υπόθεση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]question (fr)