wagon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wagon (en)

  1. άμαξα με τέσσερις τροχούς που τη σέρνουν άλογα
  2. (ΗΠΑ, Αυστραλία) ένα αυτοκίνητο τύπου station wagon



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

wagon < αγγλική wagon

Προφορά[επεξεργασία]

wagon 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wagon (fr) αρσενικό