car

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
car cars

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

car (en)

Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • car - Oxford Learner's Dictionaries
  • car - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)



Βοσνιακά (bs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

car (bs)



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

car (fr)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

car (fr)

Πηγές[επεξεργασία]



Καταλανικά (ca)[επεξεργασία]

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

car (ca)



Παλαιά γαλλικά (fro)[επεξεργασία]

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

car

Άλλες γραφές[επεξεργασία]



Πολωνικά (pl)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /t͡sar/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

car (pl) αρσενικό

Συγγενικά[επεξεργασία]