λεωφορείο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λεωφορείο < λεωφόρ(ος) + -είο < αρχαία ελληνική λεωφόρος < λεώς (λαός) + φέρω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /le.o.foˈɾi.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λε‐ω‐φο‐ρεί‐ο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λεωφορείο ουδέτερο
- (μέσο μεταφορών) αυτοκινούμενο όχημα με δυνατότητα μεταφοράς πολλών επιβατών
τα λεωφορεία των αστικών συγκοινωνιών
σχολικό λεωφορείο- ※ Όταν στην περίοδο 1908-1910 εμφανίζεται ο ηλεκτροκίνητος τροχιόδρομος, το τραμ, οι συνοικίες αυτές είναι από τις πρώτες που εξυπηρετούνται με το νέο αυτό συγκοινωνιακό μέσο, το οποίο αργότερα συμπληρώνεται με τη δρομολόγηση βενζινοκίνητων λεωφορείων. (Μάρω Βουγιούκα, Βασίλης Μεγαρίδης, Κουκάκι, Φιλοπάππου, Γαργαρέττα, εκδ. Φιλιππότη, 2006, σελ. 83)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
λεωφορείο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λεωφορείο
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -είο (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μέσα μεταφορών (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)