bus

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Bus

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
bus buses

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bʌs/
ήχος (ΗΒ) 
ήχος (ΗΠΑ) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bus (en)

  1. το λεωφορείο
  2. (πληροφορική) δίαυλος για μεγάλους υπολογιστές (mainframes) ή αρτηρία για μικρούς[1]
  3. (δίκτυο υπολογιστών) αρτηρία[2]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

bus (en)

  1. ανεβαίνω σε λεωφορείο
  2. ανεβάζω κάτι σε λεωφορείο
  3. μετακινούμαι με λεωφορείο
  4. καθαρίζω τραπέζι από ψίχουλα και άλλα απομεινάρια φαγητού (και ως επαγγελματική απασχόληση)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • bus στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Είσοδος/έξοδος (Ι/Ο) και η χρησιμότητά της, τμήμα Πληροφορικής & Τηλεπικοινωνιών του ΕΚΠΑ. Πρόσβαση 24/10/2019
  2. από αναζήτηση στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bus bus

bus (fr) αρσενικό


Αναφορές[επεξεργασία]