bus

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Bus

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bus buses

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bus (en)

  1. το λεωφορείο
  2. (πληροφορική) δίαυλος για μεγάλους υπολογιστές (mainframes) ή αρτηρία για μικρούς[1]
    Δείτε επίσης: Bus (computing) στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bus (en)

  1. ανεβαίνω σε λεωφορείο
  2. ανεβάζω κάτι σε λεωφορείο
  3. μετακινούμαι με λεωφορείο
  4. καθαρίζω τραπέζι από ψίχουλα και άλλα απομεινάρια φαγητού (και ως επαγγελματική απασχόληση)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • bus στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bus bus

bus (fr) αρσενικό


Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Είσοδος/έξοδος (Ι/Ο) και η χρησιμότητά της, τμήμα Πληροφορικής & Τηλεπικοινωνιών του ΕΚΠΑ. Πρόσβαση 24/10/2019