δίαυλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίαυλος δίαυλοι
γενική διαύλου διαύλων
αιτιατική δίαυλο διαύλους
κλητική δίαυλε δίαυλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίαυλος < αρχαία ελληνική δίαυλος < δι- + αὐλός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂eulos (σωλήνας) (4,5,6: σημασιολογικό δάνειο από αγγλική channel)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.av.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίαυλος αρσενικό

  1. (μουσική) αρχαίο μουσικό όργανο με δύο αυλούς που τους έπαιζε με το στόμα του ένας αυλητής
  2. (αθλητισμός) αρχαίο αγώνισμα δρόμου
  3. φυσικό ή τεχνητό κανάλι ναυσιπλοΐας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κανάλι
  4. (λόγιο) κύκλωμα μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών σημάτων
  5. (πληροφορική) καλώδιο ή κανάλι μετάδοσης πληροφοριών ή σημάτων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή κύκλωμα
  6. (μεταφορικά) κανάλι ή τρόπος επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]