δίαυλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: δίκαυλος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δίαυλος οι δίαυλοι
      γενική του διαύλου
& δίαυλου
των διαύλων
    αιτιατική τον δίαυλο τους διαύλους
& δίαυλους
     κλητική δίαυλε δίαυλοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈði.a.vlɔs/
συλλαβισμός: δί‐αυ‐λος

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

δίαυλος < (λόγιο) αρχαία ελληνική δίαυλος (στενό πέρασμα) < (δια-) δί- + αὐλός
για τους σύγχρονους όρους της τεχνολογίας < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική channel[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίαυλος αρσενικό

  1. φυσικό ή τεχνητό κανάλι ναυσιπλοΐας
     συνώνυμα: κανάλι
  2. (λόγιο) κύκλωμα μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών σημάτων
  3. (πληροφορική) καλώδιο ή κανάλι μετάδοσης πληροφοριών ή σημάτων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή κύκλωμα
  4. (πληροφορική) bus: σύστημα αρτηριών και εξειδικευμένων υπολογιστών που συνδέει την κεντρική μονάδα επεξεργασίας (CPU), ενός μεγάλου υπολογιστή (mainframe), με την κεντρική μνήμη και τα άλλα υποσυστήματα
    Για τις απλές κατασκευές των μικρών υπολογιστών χρησιμοποιείται ο όρος αρτηρία. Και στις δύο περιπτώσεις στα αγγλικά μεταφράζεται ως bus [2]
  5. (μεταφορικά) κανάλι ή τρόπος επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

δίαυλος < (λόγιο) αρχαία ελληνική δίαυλος < (δίς, δυο φορές) δί- + αὐλός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δίαυλος αρσενικό

  1. (αθλητισμός) αρχαίο αγώνισμα δρόμου δύο σταδίων
  2. (μουσικό όργανο) αρχαίο μουσικό όργανο με δύο αυλούς που τους έπαιζε με το στόμα του ένας αυλητής
     συνώνυμα: δίδυμοι αυλοί, δικάλαμος αυλός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «δίαυλος» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Είσοδος/έξοδος (Ι/Ο) και η χρησιμότητά της, τμήμα Πληροφορικής & Τηλεπικοινωνιών του ΕΚΠΑ. Πρόσβαση 24/10/2019