Μετάβαση στο περιεχόμενο

αυλητής

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αὐλητής

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αυλητής οι αυλητές
      γενική του αυλητή των αυλητών
    αιτιατική τον αυλητή τους αυλητές
     κλητική αυλητή αυλητές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ο αυλητής (αριστερά) στην οινοχόη Chigi
Κυκλαδικό αγαλματίδιο αυλητή της 4ης χιλιετίας πκε.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αυλητής < αρχαία ελληνική αὐλητής

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αυλητής αρσενικό (θηλυκό: αυλήτρια & αυλητρίδα)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]