αυλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : άυλος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυλός αυλοί
γενική αυλού αυλών
αιτιατική αυλό αυλούς
κλητική αυλέ αυλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυλός < αρχαία ελληνική αὐλός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂eulos (σωλήνας)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /av.ˈlɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυλός αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]