αυλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αὐλός, άυλος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυλός αυλοί
γενική αυλού αυλών
αιτιατική αυλό αυλούς
κλητική αυλέ αυλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυλός < αρχαία ελληνική αὐλός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂eulos (σωλήνας)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈvlɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυλός αρσενικό

  1. (μουσική) πνευστό μουσικό όργανο, που αποτελείται από καλάμι ή μακρόστενο σωλήνα από άλλο υλικό, μέσα στα οποία φυσάει ο αυλητής, ενώ συγχρόνως πιέζει με τα δάχτυλά του τις τρύπες που έχει ο σωλήνας
  2. (μεταφορικά) οτιδήποτε μοιάζει με αυλό: εργαλείο, εξάρτημα μηχανής κ.λπ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]