αυλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: αὐλός, άυλος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αυλός οι αυλοί
      γενική του αυλού των αυλών
    αιτιατική τον αυλό τους αυλούς
     κλητική αυλέ αυλοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυλός < αρχαία ελληνική αὐλός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂eulos (σωλήνας)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈvlɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυλός αρσενικό

  1. (μουσικά όργανα) πνευστό μουσικό όργανο, που αποτελείται από καλάμι ή μακρόστενο σωλήνα από άλλο υλικό, μέσα στα οποία φυσάει ο αυλητής, ενώ συγχρόνως πιέζει με τα δάχτυλά του τις τρύπες που έχει ο σωλήνας
  2. (γενικότερα) κάθε είδος φλάουτου
  3. (μεταφορικά) οτιδήποτε μοιάζει με αυλό: εργαλείο, εξάρτημα μηχανής κ.λπ.
  4. (ανατομία) κοιλότητα ή σωληνοειδής αγωγός σε κάποιον οργανισμό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]