φλάουτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φλάουτο φλάουτα
γενική φλάουτου φλάουτων
αιτιατική φλάουτο φλάουτα
κλητική φλάουτο φλάουτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φλάουτο < ιταλική flauto

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfla.u.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένα φλάουτο

φλάουτο ουδέτερο

  1. (μουσικά όργανα) μεταλλικό πνευστό μουσικό όργανο που αποτελείται από ένα σωλήνα με τρύπες και κλειδιά κατά μήκος του και με στενό επιστόμιο στα πλάγια του πάνω άκρου του. Παλαιότερα ήταν ξύλινο, γι' αυτό λέμε ότι ανήκει στην οικογένεια των ξύλινων πνευστών
  2. δείτε τη λέξη: φλάουτο με ράμφος
  3. ποτήρι σαμπάνιας, ψηλό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Παραδοσιακά όργανα:

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]