άλτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άλτο
(γενικά, για φωνή) < ιταλική alto (ψηλός) < λατινικά altus
(το όργανο βιόλα) < γαλλική alto
(ως μουσικός όρος): είναι διεθνισμός (χρησιμοποιείται σε πολλές γλώσσες με την ίδια σημασία).
Σημειώνεται με χρώμα η έκταση της άλτο.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈal.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άλτο θηλυκό άκλιτο

  1. (μουσική) (για ανθρώπινη φωνή) η πιο χαμηλή από τις ψηλές (γυναικείες) φωνές μιας χορωδίας
    1. μια τραγουδίστρια με αυτή τη φωνή
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: η κοντράλτο, η μεσόφωνος
  2. (μουσική) (στην τετράφωνη αρμονία) η φωνή κάτω από τη σοπράνο και πάνω από τον τενόρο
    δείτε τη λέξη: SATB
Κλειδί του ντο της άλτο.
  1. (μουσικά όργανα) η βιόλα
    παράγωγα: ο αλτίστας (βιολίστας), η αλτίστα (βιολίστα)
    σημείωση: είναι γαλλισμός - πιο συνηθισμένη η ιταλική λέξη viola
  2. (μουσική) το μουσικό κλειδί του ντο με το ντο να γράφεται στην τρίτη γραμμή του πενταγράμμου
    δίνω εξετάσεις σολφέζ σε δύο κλειδιά του ντο: και άλτο, και τενόρο
    ταυτόσημο: το κλειδί της κοντράλτο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άλτο άκλιτο (ως πρώτο μέλος πολυλεκτικού ουσιαστικού)

  • (μουσική) (για ποικιλία οργάνου) από την οικογένεια ενός οργάνου, εκείνο που καλύπτει την έκταση της άλτο.
    το άλτο φλάουτο ηχεί σε σολ, όχι σε ντο

σημείωση[επεξεργασία]

  • επίθετο από τα ιταλικά που παραμένει άκλιτο (ενώ το μπάσος κλίνεται).
    ο άλτο ήχος, η άλτο φωνή, το άλτο κόρνο, τα άλτο φλάουτα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]