βαρύτονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βαρύτονος οι βαρύτονοι
      γενική του βαρυτόνου
& βαρύτονου
των βαρυτόνων
& βαρύτονων
    αιτιατική τον βαρύτονο τους βαρυτόνους
& βαρύτονους
     κλητική βαρύτονε βαρύτονοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρύτονος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

βαρύτονος

  1. που έχει βαριά (μπάσα) φωνή
     συνώνυμα: μπάσος
  2. που δεν τονίζεται στη λήγουσα: Tα βαρύτονα ονόματα τονίζονται στην παραλήγουσα ή στην προπαραλήγουσα.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]