βαρύτονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βαρύτονος η βαρύτονη το βαρύτονο
      γενική του βαρύτονου της βαρύτονης του βαρύτονου
    αιτιατική τον βαρύτονο τη βαρύτονη το βαρύτονο
     κλητική βαρύτονε βαρύτονη βαρύτονο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βαρύτονοι οι βαρύτονες τα βαρύτονα
      γενική των βαρύτονων των βαρύτονων των βαρύτονων
    αιτιατική τους βαρύτονους τις βαρύτονες τα βαρύτονα
     κλητική βαρύτονοι βαρύτονες βαρύτονα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vaˈɾi.to.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βα‐ρύ‐το‐νος

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

βαρύτονος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βαρύτονος < βαρύ- + αρχαία ελληνική τόν(ος) + -ος

Επίθετο[επεξεργασία]

βαρύτονος, -η, -ο

  1. (γραμματική) που δεν τονίζεται στη λήγουσα συλλαβή
    βαρύτονα ονόματα τονίζονται στην παραλήγουσα ή στην προπαραλήγουσα
  2. (γραμματική, αρχαία ελληνικά)
    1. (για συλλαβή) που τονίζεται με βαρεία
    2. (για λέξη) που δεν τονίζεται στη λήγουσα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

βαρύτονος < (αντιδάνειο) λόγιο δάνειο από την ιταλική baritono < αρχαία ελληνική βαρύτονος (που βγάζει βαθύ ήχο) < βαρύ- + τόν(ος) + -ος

Επίθετο[επεξεργασία]

Απεικόνιση έκτασης φωνής βαρύτονου. Συνήθως sol2 - sol4.

βαρύτονος, -η, -ο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βαρύτονος οι βαρύτονοι
      γενική του βαρύτονου των βαρύτονων
    αιτιατική τον βαρύτονο τους βαρύτονους
     κλητική βαρύτονε βαρύτονοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

βαρύτονος αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

τραγούδι - φωνές:

πολυφωνία, οργανολογία - φωνές:

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ βαρύτονος τὸ βαρύτονον οἱ, αἱ βαρύτονοι τὰ βαρύτονα
Γενική τοῦ, τῆς βαρυτόνου τοῦ βαρυτόνου τῶν βαρυτόνων τῶν βαρυτόνων
Δοτική τῷ, τῇ βαρυτόνῳ τῷ βαρυτόνῳ τοῖς, ταῖς βαρυτόνοις τοῖς βαρυτόνοις
Αιτιατική τὸν, τὴν βαρύτονον τὸ βαρύτονον τοὺς, τὰς βαρυτόνους τὰ βαρύτονα
Κλητική βαρύτονε βαρύτονον βαρύτονοι βαρύτονα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βαρυτόνω
Γενική-Δοτική βαρυτόνοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βαρύτονος < βαρύ- + τόν(ος) + -ος

Επίθετο[επεξεργασία]

βαρύτονος, -ος, -ον

  1. (για ήχο)
    1. (για ζώο, άνθρωπο) που έχει βαθειά φωνή
    2. (μουσική) που έχει βαθύ ήχο
  2. (ελληνιστική σημασία γραμματική)
    1. (για εγκλιτικά) που δεν φέρει τόνο
    2. (για συλλαβές) που δεν είναι οξύτονη, δεν φέρει οξεία
    επίρρημα: βαρυτόνως

Πηγές[επεξεργασία]