μπάσος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπάσος < (άμεσο δάνειο) ιταλική basso + -ς
- Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈba.sos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μπά‐σος
Επίθετο
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | μπάσος | η | μπάσα | το | μπάσο |
| γενική | του | μπάσου | της | μπάσας | του | μπάσου |
| αιτιατική | τον | μπάσο | την | μπάσα | το | μπάσο |
| κλητική | μπάσε | μπάσα | μπάσο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | μπάσοι | οι | μπάσες | τα | μπάσα |
| γενική | των | μπάσων | των | μπάσων | των | μπάσων |
| αιτιατική | τους | μπάσους | τις | μπάσες | τα | μπάσα |
| κλητική | μπάσοι | μπάσες | μπάσα | |||
| ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
μπάσος, -α, -ο
- για ήχο χαμηλής συχνότητας
- που έχει βαθιά φωνή
- ※ Στη σύγχρονη αυτή Ανάσταση, τους χαρακτήρες του ορατορίου ζωντανεύει μια ομάδα από τους σημαντικότερους διεθνώς λυρικούς καλλιτέχνες με εξειδίκευση στη μουσική του 18ου αιώνα: ο σοπρανίστας Nicolo Balducci (Άγγελος), ο μπάσος Sreten Manojlovic (Εωσφόρος), η μέτζο-σοπράνο Μαίρη-Έλεν Νέζη (Μαρία Μαγδαληνή), η κοντράλτο Lena Suttor-Wernich (Μαρία του Κλωπά) και ο τενόρος Krystian Adam (Ιωάννης). (Georg Friedrich Händel “Η Ανάσταση” Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, ΕΡΤ, ανακτήθηκε στις 17/4/2025 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | μπάσος | οι | μπάσοι |
| γενική | του | μπάσου | των | μπάσων |
| αιτιατική | τον | μπάσο | τους | μπάσους |
| κλητική | μπάσε | μπάσοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
μπάσος
- (μουσική)
- τραγουδιστής με βαθιά φωνή
- το κλειδί του φα, ή το κλειδί του μπάσου
- η φωνή#μουσική ανθρώπου ή ήχος οργάνου που εκτείνεται στη χαμηλότερη περιοχή
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- (γυναικείες) σοπράνο / υψίφωνος • μέτζο σοπράνο / μεσόφωνος • κοντράλτο
- (ανδρικές) σοπρανίστας • κόντρα τενόρος • τενόρος / οξύφωνος • βαρύτονος • μπασοβαρύτονος • μπάσος / βαθύφωνος
πολυφωνία, οργανολογία - φωνές:
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- μπάσος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ς (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)