συχνότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συχνότητα συχνότητες
γενική συχνότητας συχνοτήτων
αιτιατική συχνότητα συχνότητες
κλητική συχνότητα συχνότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συχνότητα < συχνός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συχνότητα θηλυκό

  • ο αριθμός των εμφανίσεων ενός γεγονότος σε ένα χρονικό διάστημα
  • (κυματική) ο αριθμός των κορυφών ενός κύματος που διέρχονται από ένα ορισμένο σημείο στη μονάδα του χρόνου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: συχνός

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]