μπάσο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπάσο τα μπάσα
      γενική του μπάσου των μπάσων
    αιτιατική το μπάσο τα μπάσα
     κλητική μπάσο μπάσα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπάσο < ιταλική basso

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈba.sɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηλεκτρικό μπάσο

μπάσο ουδέτερο

  1. μουσικό όργανο, της οικογένειας του βιολιού, το κοντραμπάσο
  2. ηλεκτρικό τετράχορδο μουσικό όργανο σε σχήμα κιθάρας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

μπάσο