σοπράνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοπράνο < ιταλική soprano
σημειώνεται με χρώμα η περιοχή που αντιστοιχεί στις φωνητικές δυνατότητες μιας σοπράνο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σοπράνο άκλιτο

  • (θηλυκό και ως ουσιαστικό) η υψίφωνος, τραγουδίστρια που μπορεί να φτάσει σε πολύ ψηλές νότες
  • χαρακτηρισμός παραλλαγής μουσικών οργάνων που αποδίδουν οξύτερη μουσική έκταση

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]