πεντάγραμμο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πεντάγραμμο < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πεντάγραμμο ουδέτερο
- σύνολο πέντε παραλλήλων γραμμών (και πέντε ίσων κενών ανάμεσά τους) που χρησιμοποιείται στη γραφή της μουσικής
- ※ Η Μυρτώ, αφού τελείωσε τις εργασίες της, κατευθύνθηκε με το ποδήλατό της προς την οδό Σερίφ για το μάθημα πιάνου. Καθ΄ οδόν σταμάτησε για να αγοράσει ένα καινούργιο πεντάγραμμο από το κεντρικό βιβλιοχαρτοπωλείο. Αλλά ο καταστηματάρχης δεν τη χρέωσε. Χρωστούσε ήδη πολλά στο γιατρό της, είπε. Κι εκείνη τον ευχαρίστησε θερμά και ένιωσε ικανοποίηση και υπερηφάνεια για τον πατέρα της. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)