κοντράλτο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κοντράλτο < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από την ιταλική contralto[1] < contra- (αντίθετα) + alto (ψηλός)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /konˈtɾal.to/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κον‐τράλ‐το
Επίθετο
[επεξεργασία]κοντράλτο άκλιτο (και θηλυκό κοντράλτα)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]
κοντράλτο θηλυκό άκλιτο
- (μουσική) τραγουδίστρια που η φωνή της κινείται στην περιοχή τονικού ύψους χαμηλότερη από τη σοπράνο και από την μέτζο σοπράνο, η χαμηλότερη γυναικεία φωνή
η Κλυταιμνήστρα στην όπερα "Ηλέκτρα" του Βάγκνερ είναι ρόλος για κοντράλτο- ※ Στη σύγχρονη αυτή Ανάσταση, τους χαρακτήρες του ορατορίου ζωντανεύει μια ομάδα από τους σημαντικότερους διεθνώς λυρικούς καλλιτέχνες με εξειδίκευση στη μουσική του 18ου αιώνα: ο σοπρανίστας Nicolo Balducci (Άγγελος), ο μπάσος Sreten Manojlovic (Εωσφόρος), η μέτζο-σοπράνο Μαίρη-Έλεν Νέζη (Μαρία Μαγδαληνή), η κοντράλτο Lena Suttor-Wernich (Μαρία του Κλωπά) και ο τενόρος Krystian Adam (Ιωάννης). (Georg Friedrich Händel “Η Ανάσταση” Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, ΕΡΤ, ανακτήθηκε στις 17/4/2025 )
- άλλη μορφή: κοντράλτα (προφορικό)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
κοντράλτο στη Βικιπαίδεια

- (γυναικείες) σοπράνο / υψίφωνος • μέτζο σοπράνο / μεσόφωνος • κοντράλτο
- (ανδρικές) σοπρανίστας • κόντρα τενόρος • τενόρος / οξύφωνος • βαρύτονος • μπασοβαρύτονος • μπάσος / βαθύφωνος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κοντράλτο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)