βιόλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιόλα οι βιόλες
      γενική της βιόλας
    αιτιατική τη βιόλα τις βιόλες
     κλητική βιόλα βιόλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
...Βιόλα.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιόλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική viola

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvʝo.la/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιόλα θηλυκό

  1. (μουσικό όργανο) έγχορδο μουσικό όργανο παρόμοιο με το βιολί λίγο μεγαλύτερο σε μέγεθος και με βαθύτερο ήχο
    δείτε τις λέξεις βιόλιστας και βιολίστα
  2. (βοτανική) είδος ανθοφόρου φυτού
  3. το λουλούδι αυτού του φυτού
    μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες (παλιό τραγούδι)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]