μενεξές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

άνθη του μενεξέ
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μενεξές οι μενεξέδες
      γενική του μενεξέ των μενεξέδων
    αιτιατική τον μενεξέ τους μενεξέδες
     κλητική μενεξέ μενεξέδες
Κατηγορία όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μενεξές < (άμεσο δάνειο) τουρκική menekşe < οθωμανική τουρκική منكشه (menekşe) < περσική بنفشه (banafše: μενεξές, βιολέτα) < μέση περσική wnpšk' (wanafšag: βιολέτα, μενεξές)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mε.nεˈksεs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μενεξές αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]