μενεξεδί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: μενεξελί

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μενεξεδί τα μενεξεδιά
      γενική του μενεξεδιού των μενεξεδιών
    αιτιατική το μενεξεδί τα μενεξεδιά
     κλητική μενεξεδί μενεξεδιά
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μενεξεδί < ουδέτερο του μενεξεδής . Για το χρώμα, μενεξεδ- (μενεξές) + < τουρκικό -i

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mε.nε.ksε.ˈði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μενεξεδί ουδέτερο και άκλιτο

  • το χρώμα του μενεξέ (→ δείτε τη λέξη: μοβ
    αγόρασα μια μενεξεδί μπλούζα
    αγόρασα μια μενεξεδιά φούστα

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]