βιολέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Βιολέτα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιολέτα οι βιολέτες
      γενική της βιολέτας των βιολετών
    αιτιατική τη βιολέτα τις βιολέτες
     κλητική βιολέτα βιολέτες
Παράρτημα
Viola reichenbachiana 001.jpg

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιολέτα < ιταλική violetta < viola ( < λατινική viola (συγγενές με την αρχαία ελληνική ἴον) ) + δημώδης λατινική: -etta θηλυκό

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vʝɔ.ˈlε.ta/ ή
ΔΦΑ : /viɔ.ˈlε.ta/ ή
ΔΦΑ : /vi.ɔ.ˈlε.ta/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιολέτα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]