καλλωπιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καλλωπιστικός καλλωπιστική καλλωπιστικό
γενική καλλωπιστικού καλλωπιστικής καλλωπιστικού
αιτιατική καλλωπιστικό καλλωπιστική καλλωπιστικό
κλητική καλλωπιστικέ καλλωπιστική καλλωπιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλλωπιστικοί καλλωπιστικές καλλωπιστικά
γενική καλλωπιστικών καλλωπιστικών καλλωπιστικών
αιτιατική καλλωπιστικούς καλλωπιστικές καλλωπιστικά
κλητική καλλωπιστικοί καλλωπιστικές καλλωπιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλλωπιστικός < ελληνιστική κοινή καλλωπιστικός < αρχαία ελληνική καλλωπίζω < κάλλος + ὤψ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καλλωπιστικός

  • που εκτιμάται για την ομορφιά του και χρησιμοποιείται ή είναι κατάλληλος για διακόσμηση, για καλλωπισμό
    η τριανταφυλλιά είναι από τα πιο δημοφιλή καλλωπιστικά φυτά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]