ὤψ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ὤψ < αβέβαιης ετυμολογίας, με ρίζα κοινή στο ὁράω-ῶ, στα ὂψις και ὄμμα καθώς και πιθανόν στον δυϊκό τύπο τω ὂσσε για τους οφθαλμούς όπως και στο ρήμα ὂσσομαι (κοιτάζομαι)[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ὤψ ἡ αλλά και ὁ, γενική ὠπός

  1. το πρόσωπο, η όψη
    εἰς ὦπα : κατά πρόσωπο ή κατά την όψιν
    θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν : στο πρόσωπο έμοιαζε στη θεά (Ιλιάδα, 3.158)
  2. πιθανόν (στον πληθυντικό) τα μάτια
    ἡ δὲ ἀστραπή, ὅτι τὰ ὦπα ἀναστρέφει, ἀναστρωπὴ ἂν εἴη : η αστραπή θα έπρεπε να λέγεται αναστρωπή αφού μας κάνει να στρέφουμε ψηλά τα μάτια (ή το πρόσωπο) (Πλάτ. Κρατύλος 409)
  3. Ὦψ: γιος του Πεισήνορα και πατέρας της Ευρύκλειας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


  1. αναφέρεται ως πιθανή ρίζα η πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃ekʷ- που τεκμαίρεται ότι υπήρξε και υποθέτουν ότι σήμαινε "αυτό όπου βρίσκονται τα μάτια" προς την οποία θεωρούνται συγγενή το γερμανικό Auge, το σουδικό öga, το λατινικό oculus και το λιθουανικό akìs