μυρωδιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μυρωδιά μυρωδιές
γενική μυρωδιάς μυρωδιών
αιτιατική μυρωδιά μυρωδιές
κλητική μυρωδιά μυρωδιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυρωδιά < μεσαιωνική ελληνική μυρωδιά / μυρωδία < ελληνιστική κοινή μυρώδης < αρχαία ελληνική μύρον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mi.ɾɔ.ˈðʝa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μυρωδιά θηλυκό

  1. ιδιαίτερο χαρακτηριστικό υλικών σωμάτων που γίνεται αντιληπτό με την αίσθηση της όσφρησης κατά τρόπο ευχάριστο ή δυσάρεστο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: οσμή
  2. (μεταφορικά) ψήγμα γνώσης, νύξη, ψύλλιασμα, μία ισχνή ιδέα (πχ. για το τι συμβαίνει)
  3. (μεταφορικά) ακαθόριστη ή ελάχιστη ιδέα

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • παίρνω μυρωδιά: αντιλαμβάνομαι ή απολαμβάνω κάτι, αλλά πολύ λίγο
    ένα χρόνο κάνει αγγλικά και δεν έχει πάρει μυρωδιά ακόμα (δεν έχει μάθει τίποτα)

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

ψύλλιασμα[επεξεργασία]