μυρωδικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μυρωδικό μυρωδικά
γενική μυρωδικού μυρωδικών
αιτιατική μυρωδικό μυρωδικά
κλητική μυρωδικό μυρωδικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυρωδικό < μυρωδιά + -ικό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μυρωδικό ουδέτερο

  1. φυτό ή φυτικό προϊόν που προστίθεται στο φαγητό για να του δώσει πιο έντονη μυρωδιά και γεύση
    κάθε λαχανικό θέλει και το μυρωδικό του: στα φασολάκια βάζουμε μαϊντανό ενώ στον άρακα άνηθο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]