μύρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μύρο μύρα
γενική μύρου μύρων
αιτιατική μύρο μύρα
κλητική μύρο μύρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μύρο < από αρχαία ελληνική μύρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μύρο ουδέτερο

  1. φυτικό ή τεχνητό αρωματικό έλαιο
  2. ευωδιά
  3. το άγιο μύρο, το λάδι που χρησιμοποιεί ο ιερέας κατά το βάπτισμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]