ελάχιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ελάχιστος ελάχιστη/
ελαχίστη
ελάχιστο
γενική ελάχιστου/
ελαχίστου
ελάχιστης/
ελαχίστης
ελάχιστου/
ελαχίστου
αιτιατική ελάχιστο ελάχιστη/
ελαχίστη
ελάχιστο
κλητική ελάχιστε ελάχιστη/
ελαχίστη
ελάχιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελάχιστοι ελάχιστες ελάχιστα
γενική ελάχιστων/
ελαχίστων
ελάχιστων/
ελαχίστων
ελάχιστων/
ελαχίστων
αιτιατική ελάχιστους ελάχιστες ελάχιστα
κλητική ελάχιστοι ελάχιστες ελάχιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελάχιστος < αρχαία ελληνική ἐλάχιστος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ελάχιστος

  1. Υπερθετικός βαθμός του μικρός
    Πρόσθεσα στη σάλτσα μια ελάχιστη ποσότητα ζάχαρης.
  2. Υπερθετικός βαθμός του λίγος, ολίγος
    Η σάλτσα χρειαζόταν και ελάχιστη ζάχαρη.
    Ήταν ελάχιστοι αυτοί που έφτασαν στην κορυφή.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]