Μετάβαση στο περιεχόμενο

minimal

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός minimal
συγκριτικός more minimal
υπερθετικός most minimal

Επίθετο

[επεξεργασία]

minimal (en)

  1. λιγοστός, ελάχιστος, πάρα πολύ λίγος
    παράδειγμα  a minimal chance of success - λιγοστές οι πιθανότητες επιτυχίας
    παράδειγμα  The danger is minimal.
    Ο κίνδυνος είναι ελάχιστος.
     συνώνυμα:  scant, scarce και sparse
  2. (μαθηματικά) ελαχιστικός

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Στη μαθηματική ορολογία το επίθετο minimal είναι γενικότερο του επιθέτου minimum. Π.χ. εάν μία μερική διάταξη έχει πολλά ελάχιστα στοιχεία, τότε χαρακτηρίζονται όλα σαν minimal. Εάν υπάρχει μόνο ένα ελάχιστο στοιχείο τότε το στοιχείο αυτό χαρακτηρίζεται σαν minimum. Για να διαχωρίσουν τις έννοιες μερικοί μαθηματικοί μεταφράζουν το minimal σαν ελαχιστικός και το minimum σαν ελάχιστος.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό minimal minimaux
θηλυκό minimale minimales

Επίθετο

[επεξεργασία]

minimal (fr)

  1. ο μικρότερος
  2. ελάχιστος

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • art minimal  δείτε τη λέξη minimalisme