κατώτατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατώτατος < αρχαία ελληνική κατώτατος< κάτω

Επίθετο[επεξεργασία]

κατώτατος

  • που βρίσκεται πολύ κάτω.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]