Μετάβαση στο περιεχόμενο

ευωδία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ευωδιά, Ευωδιά, εὐωδία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ευωδία οι ευωδίες
      γενική της ευωδίας των ευωδιών
    αιτιατική την ευωδία τις ευωδίες
     κλητική ευωδία ευωδίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ευωδία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐωδία. Συγκρίνετε με το ευωδιά

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.voˈði.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ευωδία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ευωδία θηλυκό

  • (λόγιο) ευχάριστη μυρωδιά, λόγιος τύπος του ευωδιά
      Ήταν πραγματικά το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ της χρονιάς. Είχε λουστεί και τα μαλλιά στέγνωναν, χωρίς να χρειάζεται σεσουάρ, φορούσε αμάνικες πιτζάμες και δεν κρύωνε, αλλά απολάμβανε κάτι ήπιους κυματισμούς αέρα που έρχονταν πότε πότε φέρνοντας ευχάριστες μυρωδιές: μια απλωμένη μπουγάδα, ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, αδιόρατες ευωδιές λουλουδιών. (Το πρώτο βράδυ του καλοκαιριού, Εφημερίδα των Συντακτών, 29/5/2022 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]