ευωδία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευωδία, λόγιος τύπος του ευωδιά < αρχαία ελληνική εὐωδία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευωδία θηλυκό

  1. (λόγιο) ευχάριστη μυρωδιά
  2. (μεταφορικά)
    Οι ηχηρές διατυπώσεις («προαιώνιες συνήθειες», «απέραντη δύναμη γοητείας» κλπ) και η υπερχείλιση του αρχαίου πνεύματος διαχέουν στην ατμόσφαιρα ευωδίες ιερότητας... (από την εφημερίδα ΑΥΓΗ, 22 Αυγούστου 2010)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]