λουλούδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουλούδι λουλούδια
γενική λουλουδιού λουλουδιών
αιτιατική λουλούδι λουλούδια
κλητική λουλούδι λουλούδια
διάφορα λουλούδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λουλούδι < μεσαιωνική ελληνική λουλούδι < αλβανική lule + -ούδι < παλαιοαλβανικά *lulā < κοπτικά ϩⲗⲏⲣⲓ (hlēri) < ϩⲣⲏⲣⲉ (hrēre) < δημώδης αιγυπτιακή γραφή (ḥrrj) < αρχαία αιγυπτιακά
D2
D21
D21
X1
M2
(ḥrrt)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lu.ˈlu.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λουλούδι ουδέτερο

  1. (βοτανική) το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός μετά τη γονιμοποίηση, το άνθος
    η τριανταφυλλιά έβγαλε τα πρώτα της λουλούδια
  2. (βοτανική) ανθοφόρο φυτό
    φυτεύω λουλούδια
  3. (μεταφορικά) για άνθρωπο:
    1. αθώος, απονήρευτος
    2. (ειρωνικά) πονηρός, ανήθικος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]