Μετάβαση στο περιεχόμενο

λουλούδι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λουλούδι τα λουλούδια
      γενική του λουλουδιού των λουλουδιών
    αιτιατική το λουλούδι τα λουλούδια
     κλητική λουλούδι λουλούδια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Διάφορα λουλούδια.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λουλούδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λουλούδι(ν) < [1][2]
< είτε αλβανική lule + -ούδι μέσω των αρβανίτικων < παλαιοαλβανικά *lulā
< είτε λατινική lili(um) (κρίνος) + -ούδι με ανομοίωση φωνηέντων [i] [i] < [u] [u] σε υποθετικό τύπο *λίλιον

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /luˈlu.ði/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λουλούδι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λουλούδι ουδέτερο

  1. (βοτανική) το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός μετά τη γονιμοποίηση, το άνθος
    παράδειγμα  Η τριανταφυλλιά έβγαλε τα πρώτα της λουλούδια.
  2. (βοτανική) ανθοφόρο φυτό
    παράδειγμα  φυτεύω λουλούδια
      19ος/20ός αιώνας, Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, αρχική έκδοση 1938.
    [] Οι Γιαπωνέζοι αγαπούν τα λουλούδια όχι για τη μυρωδιά τους παρά για την τέλεια φόρμα τους, για τα ντελικάτα τους χρώματα και για την αρχιτεκτονική τους διάταξη σ’ ένα βάζο ή απάνω στο δέντρο. Γι’ αυτό κι ύψωσαν σε μεγάλη τέχνη τη διάταξη των λουλουδιών στα βάζα, την ικεμπάνα, την «τέχνη να ζωντανεύεις τα λουλούδια». Ο Γιαπωνέζος, αν θέλει αληθινά να λογαριάζεται μορφωμένος, πρέπει να ξέρει ν’ αρμολογάει τα λουλούδια.
  3. (μεταφορικά για άνθρωπο)
    1. αθώος, απονήρευτος
    2. (ειρωνικό) πονηρός, ανήθικος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. λουλούδι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.