αθώος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | αθώος | η | αθώα | το | αθώο |
| γενική | του | αθώου | της | αθώας | του | αθώου |
| αιτιατική | τον | αθώο | την | αθώα | το | αθώο |
| κλητική | αθώε | αθώα | αθώο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | αθώοι | οι | αθώες | τα | αθώα |
| γενική | των | αθώων | των | αθώων | των | αθώων |
| αιτιατική | τους | αθώους | τις | αθώες | τα | αθώα |
| κλητική | αθώοι | αθώες | αθώα | |||
| ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αθώος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀθῷος
- σημασία «αγνός, ανίδεος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική innocent [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈθo.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐θώ‐ος
Επίθετο
[επεξεργασία]αθώος, -α, -ο
- που δεν είναι υπεύθυνος για πράξη κακή, ανάρμοστη ή εγκληματική
- ※ Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιης φορολογίας, την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, την εκπαίδευση των πολιτών, την εξασφάλιση όχι μόνο της ζωής, αλλά και μιας άνετης ζωής. (Αχιλλέας Παπαθανασίου, Αρχαία Ελληνικά Ι - Ομάδα προσανατολισμού ανθρωπιστικών ανθρωπιστικών σπουδών - Γ΄ Λυκείου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 314)
- ≠ αντώνυμα: ένοχος
- αγνός που δεν έχει μέσα του κακία ή υστεροβουλία
- ※ Εις τον προσφυγικόν καταυλισμόν της Λαχαναγοράς Πειραιώς ενεφανίσθη μίαν των ημερών ένας ανέλπιστος, πληγωμένος πρόσφυξ. Δεν ήτο ούτε Μικρασιάτης, ούτε Θραξ. Δεν τον είχαν κυνηγήσει αι ορδαί του Κεμάλ. Δεν του είχαν σπάσει το πόδι του οι Τούρκοι Τσέτηδες. Ήτον απλούστατα ένας αθώος σπουργίτης.
- Παύλος Νιρβάνας, Το προσφυγόπουλο του ουρανού [διήγημα]
- ※ Εις τον προσφυγικόν καταυλισμόν της Λαχαναγοράς Πειραιώς ενεφανίσθη μίαν των ημερών ένας ανέλπιστος, πληγωμένος πρόσφυξ. Δεν ήτο ούτε Μικρασιάτης, ούτε Θραξ. Δεν τον είχαν κυνηγήσει αι ορδαί του Κεμάλ. Δεν του είχαν σπάσει το πόδι του οι Τούρκοι Τσέτηδες. Ήτον απλούστατα ένας αθώος σπουργίτης.
- (ειρωνικό) ανίδεος, άσχετος
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] που δεν έχει κάνει κακό
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αθώος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αθώος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Ειρωνικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)