κρινολούλουδο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρινολούλουδο κρινολούλουδα
γενική κρινολούλουδου κρινολούλουδων
αιτιατική κρινολούλουδο κρινολούλουδα
κλητική κρινολούλουδο κρινολούλουδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρινολούλουδο < κρίνος (< αρχαία ελληνική κρίνον) + -ο- + λούλουδο (< λουλούδι < μεσαιωνική ελληνική λουλούδι < αλβανική lule < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *lā / *lē ή < λατινική lilium (κρίνος) + -ούδι < αρχαία αιγυπτιακή
D2
D21
D21
X1
M2
(ḥrrt)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɾi.nɔ.ˈlu.lu.ðɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρινολούλουδο ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]