τριανταφυλλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

άνθη μιας τριανταφυλλιάς
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τριανταφυλλιά τριανταφυλλιές
γενική τριανταφυλλιάς τριανταφυλλιών
αιτιατική τριανταφυλλιά τριανταφυλλιές
κλητική τριανταφυλλιά τριανταφυλλιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τριανταφυλλιά < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τριανταφυλλιά θηλυκό

(βοτανική) φυλλοβόλος καλλωπιστικός θάμνος ή αναρριχώμενο φυτό του γένους Rosa με αγκάθια, ελλειψοειδή οδοντωτά φύλλα και εύοσμα μεγάλα άνθη σε διάφορα χρώματα όπως άσπρο, ροζ, κόκκινο ή κίτρινο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]