Λουλούδω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Λουλούδω οι Λουλούδες
      γενική της Λουλούδως των Λουλούδων
    αιτιατική τη Λουλούδω τις Λουλούδες
     κλητική Λουλούδω Λουλούδες
Ο πληθυντικός σε -ες είναι σπάνιος.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Λουλούδω < Λουλούδ(α) + , λουλούδι + κατάληξη θηλυκού

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /luˈlu.ðɔ/

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Λουλούδω θηλυκό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]