lule

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αλβανικά (sq)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lule (sq) θηλυκό (οριστικός τύπος lulja) (πληθυντικός lule)

  1. άνθος