οξύαυλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οξύαυλος οξύαυλοι
γενική οξυαύλου οξυαύλων
αιτιατική οξύαυλο οξυαύλους
κλητική οξύαυλε οξύαυλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξύαυλος < οξύς + αυλός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική hautbois. Λέξη που πλάστηκε από την καθαρεύουσα για να ονομάσει το όμποε στα ελληνικά.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ˈksi.av.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οξύαυλος αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]