επιβάτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιβάτης επιβάτες
γενική επιβάτη επιβατών
αιτιατική επιβάτη επιβάτες
κλητική επιβάτη επιβάτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επιβάτης < από το αρχαίο ρήμα ἐπιβαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επιβάτης αρσενικό

  • αυτός που κινείται με ένα μεταφορικό μέσο, ιδιωτικό ή δημόσιο, χωρίς να το οδηγεί ο ίδιος (και εφόσον δεν αποτελεί μέλος του πληρώματος)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]