λαός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαός λαοί
γενική λαού λαών
αιτιατική λαό λαούς
κλητική λαέ λαοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαός < αρχαία ελληνική λαός < *lāwós < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂wos < *leh₂- (στρατιωτική ενέργεια)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαός αρσενικό

  1. ένα έθνος με την ξεχωριστή πολιτιστική του φυσιογνωμία και ταυτότητα
  2. το κυβερνώμενο τμήμα ενός κράτους, σε αντίθεση με τους άρχοντες, αλλά και το τμήμα αυτό από το οποίο, όταν υπάρχει δημοκρατία, απορρέουν όλες οι εξουσίες
  3. τα κατώτερα στρώματα μιας κοινωνίας, κατώτερα από οικονομική άποψη και από άποψη γοήτρου· στην περίπτωση αυτή ο λαός διακρίνεται από την αριστοκρατία, από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα
  4. (ιδιωματικό) ο λαγός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]