λαός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | λαός | οι | λαοί |
| γενική | του | λαού | των | λαών |
| αιτιατική | τον | λαό | τους | λαούς |
| κλητική | λαέ | λαοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /laˈos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λα‐ός
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- λαός < αρχαία ελληνική λαός < πρωτοελληνική *lāwós < (ίσως[1]) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂wos (ένοπλος) < *leh₂- (στρατιωτική ενέργεια)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λαός αρσενικό
- ένα έθνος με την ξεχωριστή πολιτιστική του φυσιογνωμία και ταυτότητα
- ※ Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμανοί), εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 52)
- το κυβερνώμενο τμήμα ενός κράτους, σε αντίθεση με τους άρχοντες, αλλά και το τμήμα αυτό από το οποίο, όταν υπάρχει δημοκρατία, απορρέουν όλες οι εξουσίες
- τα κατώτερα στρώματα μιας κοινωνίας, κατώτερα από οικονομική άποψη και από άποψη γοήτρου· στην περίπτωση αυτή ο λαός διακρίνεται από την αριστοκρατία, από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα
- οι πρώτοι άνθρωποι μετά το κατακλυσμό του Δευκαλίωνα στη Μυθολογία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.. Ο Beekes υποθέτει επίσης ότι ίσως είναι προελληνική.
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- λαός < λα(γ)ός
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | λαός | οι | λαοί |
| γενική | του | λαού | των | λαών |
| αιτιατική | τον | λαό | τους | λαούς |
| κλητική | λαέ | λαοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λαός αρσενικό
- (ιδιωματικό, θηλαστικό ζώο) (κυπριακά) ο λαγός [1]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Παναγιώτης Κουσαθανάς, επιμ. (²2002), Όρτσ' αλά μπάντα! Αναδρομικός διάπλους στην παλιά Μύκονο. Αθήνα: Εκδόσεις Ίνδικτος & Δήμος Μυκόνου. ISBN 960-518-134-7, σελ. 448.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Θηλαστικά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Κυπριακά
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)