αυτοκινητόδρομος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αυτοκινητόδρομος οι αυτοκινητόδρομοι
      γενική του αυτοκινητοδρόμου
& αυτοκινητόδρομου
των αυτοκινητοδρόμων
& αυτοκινητόδρομων
    αιτιατική τον αυτοκινητόδρομο τους αυτοκινητοδρόμους
& αυτοκινητόδρομους
     κλητική αυτοκινητόδρομε αυτοκινητόδρομοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοκινητόδρομος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοκινητόδρομος αρσενικό

  1. μεγάλος δρόμος, προορισμένος μόνο για την κυκλοφορία οχημάτων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]