τσουβασικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κατηγορία:Τσουβασική γλώσσα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσουβασικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τσουβασικός στον πληθυντικό

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσουβασικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]