ca

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ca (ca)



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

ca (ro)

  1. όπως, ως
    ca de obicei - ως συνήθως