ως
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ως
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- ως < ὥς < αρχαία ελληνική ἕως.
Πρόθεση
[επεξεργασία]ως
- μέχρι, έως
(τοπικά) Έφτασε ως την άκρη του κόσμου.
(χρονικά) Θα είμαι στο σπίτι ως τις έξι.
- «ως και» ακόμα και, μέχρι και
Ως και η ίδια του η μάνα τον μίσησε στο τέλος.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ως εκεί και μη παρέκει!: αρκετά!, φτάνει!, αυτό ξεπερνά τα όρια!
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- ως < αρχαία ελληνική ὡς.
Μόριο
[επεξεργασία]ως
- με την ιδιότητα του/της
Σας μιλώ ως επιστήμονας.
- για κάτι που του αποδίδεται μία ιδιότητα, όπως (και) έναν/μια/ένα
Να αντιμετωπίζεις καθετί νέο ως πρόκληση και όχι ως απειλή.
Ο γιατρός μου το αντιμετωπίζει ως κρυολόγημα.
Με βλέπουν ως ξένο.
- πως/ότι είμαι
Θεωρείται ως αριστούργημα.
Θεωρείται ως το αριστούργημά του.
Θεωρείται ως η κορυφαία στο χώρο της.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]Η χρήση του σαν αντί του ως με αυτή την σημασία είναι συχνή στην καθημερινή ομιλία, αποδοκιμάζεται όμως από τους γραμματικούς, επειδή το σαν υποδηλώνει ουσιαστικά ότι το υποκείμενο δεν έχει πραγματικά αυτή την ιδιότητα. Για παράδειγμα η φράση «μιλάει σαν υπουργός» σημαίνει ότι δεν είναι, αλλά παριστάνει ή μοιάζει (με τον τρόπο της ομιλίας του) με υπουργό, ενώ η φράση «μιλάει ως υπουργός», σημαίνει ότι είναι όντως υπουργός και μιλάει με αυτήν την ιδιότητα.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 3
[επεξεργασία]- ως < αρχαία ελληνική ὡς.
Επίρρημα
[επεξεργασία]ως
- (αναφορικό) με τον τρόπο που, όπως
Να δέχεσαι τα πράγματα ως έχουν.
- «ως προς» σχετικά με (κάτι), όσον αφορά σε (κάτι)
Οι επιδόσεις του είναι μέτριες αλλά ως προς την διαγωγή του δεν παρατηρήσαμε κάτι το αξιόμεμπτο.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ως συνήθως
- ως είθισται: όπως συνηθίζεται
- ως ακολούθως: όπως ακολουθεί στη συνέχεια (του κειμένου)
- ως εξής: όπως ακολουθεί/παρουσιάζεται (αναλυτικά) στην συνέχεια (του κειμένου)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 4
[επεξεργασία]- ως < αρχαία ελληνική ὡς.
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]ως (χρονικός σύνδεσμος)
- (παρωχημένο) καθώς, εκεί που
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ως
|
→ δείτε τη λέξη καθώς |
Πηγές
[επεξεργασία]- ως - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- ως - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ως - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)