ως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ως < αρχαία ελληνική ὡς

Open book 01.svg Πρόθεση[]

ως

  • (τοπικά) έφτασε ως την άκρη του κόσμου / ως εκεί και μη παρέκει
  • (χρονικά) θα είμαι στο σπίτι ως τις έξι

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Μόριο[]

ως

  1. για κάτι που του αποδίδεται μία ιδιότητα, σαν
    • να αντιμετωπίζεις καθετί νέο ως πρόκληση και όχι ως απειλή
  2. με την ιδιότητα του, σαν
    • σας μιλώ ως επιστήμονας

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

Η χρήση του σαν αντί του ως με αυτή τη σημασία είναι συχνή στην καθημερινή ομιλία, αποδοκιμάζεται όμως από τους γραμματικούς, επειδή το σαν υποδηλώνει ουσιαστικά ότι το υποκείμενο δεν έχει πραγματικά αυτή την ιδιότητα (: εργάζεται σαν γιατρός, δηλαδή δεν είναι, αλλά παριστάνει το γιατρό, ενώ εργάζεται ως γιατρός, σημαίνει ότι είναι όντως γιατρός και εργάζεται)

32πχ Μεταφράσεις[]


Open book 01.svg Επίρρημα[]

ως

  1. (αναφορικό) όπως, με τον τρόπο που
    να δέχεσαι τα πράγματα ως έχουν
    ως συνήθως: όπως είναι συνηθισμένο
    ως είθισται: όπως συνηθίζεται
    ως ακολούθως: όπως στην συνέχεια (του κειμένου)
    ως εξής: λέγεται όταν στη συνέχεια του κειμένου ο ομιλητής θα αναφερθεί αναλυτικά σε κάτι
  2. ως προς: σχετικά με (κάτι), όσον αφορά σε (κάτι)
    Οι επιδόσεις του μαθητή είναι μέτριες. Ως προς τη διαγωγή του δεν παρατηρήσαμε κάτι το αξιόμεμπτο.
  3. ως και: (επιδοτικό) ακόμα και, μέχρι και
    ως και η ίδια του η μάνα τον μίσησε στο τέλος

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Σύνδεσμος[]

ως

32πχ Μεταφράσεις[]