Μετάβαση στο περιεχόμενο

ως

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ὡς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ως

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
ως < ὥς < αρχαία ελληνική ἕως.

Πρόθεση

[επεξεργασία]

ως

  1. μέχρι, έως
    παράδειγμα (τοπικά) Έφτασε ως την άκρη του κόσμου.
    παράδειγμα (χρονικά) Θα είμαι στο σπίτι ως τις έξι.
  2. «ως και» ακόμα και, μέχρι και
    παράδειγμα Ως και η ίδια του η μάνα τον μίσησε στο τέλος.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
ως < αρχαία ελληνική ὡς.

ως

  1. με την ιδιότητα του/της
    παράδειγμα Σας μιλώ ως επιστήμονας.
  2. για κάτι που του αποδίδεται μία ιδιότητα, όπως (και) έναν/μια/ένα
    παράδειγμα Να αντιμετωπίζεις καθετί νέο ως πρόκληση και όχι ως απειλή.
    παράδειγμα Ο γιατρός μου το αντιμετωπίζει ως κρυολόγημα.
    παράδειγμα Με βλέπουν ως ξένο.
  3. πως/ότι είμαι
    παράδειγμα Θεωρείται ως αριστούργημα.
    παράδειγμα Θεωρείται ως το αριστούργημά του.
    παράδειγμα Θεωρείται ως η κορυφαία στο χώρο της.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Η χρήση του σαν αντί του ως με αυτή την σημασία είναι συχνή στην καθημερινή ομιλία, αποδοκιμάζεται όμως από τους γραμματικούς, επειδή το σαν υποδηλώνει ουσιαστικά ότι το υποκείμενο δεν έχει πραγματικά αυτή την ιδιότητα. Για παράδειγμα η φράση «μιλάει σαν υπουργός» σημαίνει ότι δεν είναι, αλλά παριστάνει ή μοιάζει (με τον τρόπο της ομιλίας του) με υπουργό, ενώ η φράση «μιλάει ως υπουργός», σημαίνει ότι είναι όντως υπουργός και μιλάει με αυτήν την ιδιότητα.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 3

[επεξεργασία]
ως < αρχαία ελληνική ὡς.

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ως

  1. (αναφορικό) με τον τρόπο που, όπως
    παράδειγμα Να δέχεσαι τα πράγματα ως έχουν.
  2. «ως προς» σχετικά με (κάτι), όσον αφορά σε (κάτι)
    παράδειγμα Οι επιδόσεις του είναι μέτριες αλλά ως προς την διαγωγή του δεν παρατηρήσαμε κάτι το αξιόμεμπτο.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 4

[επεξεργασία]
ως < αρχαία ελληνική ὡς.

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

ως (χρονικός σύνδεσμος)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]