ότι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ό,τι, ὅτι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ότι < αρχαία ελληνική ὅτι

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ότι

  1. (ειδικός) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του
    λέει ότι γνωρίζει το αντικείμενο
    μας διαβεβαίωσε ότι πήρε ό,τι χρειαζόταν
    αποφάσισε ότι έπρεπε να φύγει
     συνώνυμα: πως
  2. (χρονικός) (λαϊκότροπο) μόλις
    ότι είχα μπει μέσα στο σπίτι και χτύπησε το τηλέφωνο
  3. (αιτιολογικός, σπάνιο) διότι
    χαίρομαι ότι δικαιώθηκαν οι προβλέψεις μου

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]